:: euro2day ::

















Έτος 14ο Αρ.Φύλλου 707 7 - 11 Οκτωβρίου 2011


Κι εσύ τέκνον, Βρούτε...

Το έχουμε επισημάνει πολλές φορές από αυτήν εδώ τη στήλη: αν μια εταιρεία έχει τις μετοχές της εκτός χρηματιστηριακής διαπραγμάτευσης, έχει το... ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει. Από το να μη δημοσιεύει καθόλου λογιστικές καταστάσεις (π.χ. Betanet), έως το να τις δημοσιεύει με 1 - 2 χρόνια καθυστέρηση (π.χ. Πραξιτέλειο), ή να τις δημοσιεύει έγκαιρα μεν, αλλά με αρνητική γνώμη του ορκωτού ελεγκτή (π.χ. ΕΤΜΑ, Alma-Ατέρμων και, τελευταία, ΤΕΞΑΠΡΕΤ). Στεκόμαστε στην περίπτωση της ΤΕΞΑΠΡΕΤ γιατί οι βασικοί της μέτοχοι (οικογένεια Καράσο) διαθέτουν «πολύ καλό όνομα» στη Θεσσαλονίκη και μάλιστα δανείστηκαν για να καλύψουν ομολογιακό δάνειο της εισηγμένης, με σκοπό την αποπληρωμή των υποχρεώσεών της προς το προσωπικό και τα ασφαλιστικά ταμεία έως και τις 31/12/2009).

Στόχοι της επιχείρησης είναι να πουλήσει ό,τι πουλιέται από τον μηχανολογικό της εξοπλισμό (η παραγωγική διαδικασία έχει σταματήσει) καθώς και «η ενοικίαση μέρους των τεράστιων αποθηκευτικών χώρων της και η εκμετάλλευσή τους σε κάθε είδους επενδυτική δραστηριότητα real estate». Βέβαια, εδώ και δύο περίπου χρόνια, η υπόθεση της εκμετάλλευσης της ακίνητης περιουσίας δεν έχει προχωρήσει λόγω προφανώς και των γνωστών δυσχερειών που έχει προκαλέσει στην αγορά ακινήτων η οικονομική κρίση.

Κατανοητές οι δυσκολίες, ωστόσο το αναπάντητο ερώτημα είναι γιατί η εισηγμένη δημοσίευσε λογιστικές καταστάσεις με τέτοιον τρόπο ώστε να λάβει την αρνητική γνώμη του ορκωτού ελεγκτή. «Η εταιρεία έχει αναστείλει την παραγωγική της διαδικασία και έχει ελαχιστοποιηθεί ο κύκλος εργασιών της. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι δεν τέθηκαν υπόψη μας συγκεκριμένες ενέργειες της διοίκησης για τη βελτίωση της θέσης της εταιρείας, υποδηλώνει την ύπαρξη σοβαρής αμφιβολίας ως προς τη δυνατότητά της να συνεχίσει τη δραστηριότητά της και κατ' επέκταση να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά της στοιχεία και να καλύψει τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο των συνήθων εργασιών της. Συνεπώς, οι οικονομικές καταστάσεις έπρεπε να έχουν καταρτιστεί με βάση την αρχή της ρευστοποιήσιμης αξίας και όχι σύμφωνα με τις λογιστικές αρχές και τις μεθόδους που προβλέπονται από το ΔΠΧΑ για τη συνεχιζόμενη δραστηριότητα. Εάν οι οικονομικές καταστάσεις είχαν συνταχθεί βάσει της αρχής της ρευστοποιήσιμης αξίας, πολλά στοιχεία τους θα είχαν επηρεαστεί ουσιωδώς...». Αυτά αναφέρει η έκθεση του Ορκωτού...


Εργοδότες: αλλιώς στα... κανάλια,
αλλιώς στην πράξη!


Η κίνηση του ΣΕΒ να αντιταχθεί στην «παρότρυνση» της τρόικας για την ανατροπή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή για την κατίσχυση των επιχειρησιακών συμβάσεων έναντι των κλαδικών, το σίγουρο είναι πως δεν βρίσκει σύμφωνο το σύνολο του επιχειρηματικού κόσμου. Ή, καλύτερα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, δεν εκφράζει ούτε καν την πλειοψηφία...

Γιατί, όσο κι αν σε επίπεδο «κορυφής» ή έστω σε επίπεδο. τηλεόρασης, οι εκπρόσωποι των εργοδοτών δείχνουν «χαλαροί» σε ό,τι αφορά τις αμοιβές του κόστους εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, τα πράγματα εξελίσσονται πολύ διαφορετικά στην πράξη.

Έτσι, μετά την κατηγορηματική αντίθεση που εξέφρασε ο πρόεδρος του ΣΕΒ, κ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ανάλογων τόνων ήταν και η θέση του ΣΕΛΠΕ, που ουσιαστικά πρότεινε -«με τη σύμφωνη γνώμη των κοινωνικών εταίρων»- μόνο το πάγωμα στα κατώτατα όρια μισθών και επιδομάτων ωριμότητας για τρία χρόνια.

Παρ' όλα αυτά, στην πράξη οι περισσότερες εταιρείες θα ήθελαν να δουν το μισθολογικό τους κόστος να μειώνεται, ώστε με αυτόν τον τρόπο να απορροφήσουν μέρος των κραδασμών που υφίστανται από την οικονομική κρίση (εμπορικός τομέας) και για να δουν τα προϊόντα τους να γίνονται πιο ανταγωνιστικά στο εξωτερικό (παραγωγικός τομέας).

Μέχρι σήμερα, οι εκπρόσωποι των παραγωγικών εταιρειών ήταν οι «κακοί της παρέας». Άλλοι από αυτούς δηλώνουν πως, αν δεν μειωθεί το κόστος εργασίας και αν οι τράπεζες δεν ανοίξουν τη στρόφιγγα της χρηματοδότησης, θα κλείσουν (π.χ. κλωστοϋφαντουργοί, είδη που σχετίζονται με την οικοδομική δραστηριότητα κ.λπ.). Και, βέβαια, προτείνουν ως βασικό μοχλό τη μείωση στο μισό των πανύψηλων εργοδοτικών εισφορών, αλλά όσο δεν γίνεται αυτό, θα έπαιρναν κάποιες ανάσες και με μείωση των ημερομισθίων...

Οι εξαγωγικές επιχειρήσεις από την πλευρά τους υποστηρίζουν ότι κατά την τελευταία δεκαετία οι αυξήσεις των μισθών στην Ελλάδα υπερέβησαν το 30%, όταν στη Γερμανία ήταν περίπου μηδενικές και πέραν αυτών εστιάζουν στο αυξημένο μεταφορικό κόστος που έχουν να αντιμετωπίσουν ανταγωνιζόμενοι τους Γερμανούς μέσα στην ίδια τη γερμανική αγορά. Μιλούν επίσης για τις έκτακτες εισφορές, τα κάθε φύσεως και επινοήσεως χαράτσια κ.λπ.

Οι έμποροι ήταν αρχικά πιο. light στις θέσεις τους, γνωρίζοντας προφανώς πως η όποια μαζική μείωση μισθών στον ιδιωτικό τομέα, θα σήμαινε αυτόματα και «κούρεμα» στη ζήτηση για τα προϊόντα των επιχειρήσεών τους. Ωστόσο, είναι ζήτημα αν αυτή η στάση τηρήθηκε πάνω από λίγους μήνες και έτσι τουλάχιστον από την αρχή του έτους, στον χώρο των εμπορικών επιχειρήσεων, έχει πέσει. άγριο κούρεμα τόσο στον αριθμό των εργαζομένων όσο και στις αμοιβές τους. Είτε με νόμιμο τρόπο είτε με εντελώς παράνομο. Κι αυτό όχι μόνο στις μικρές εταιρείες, αλλά και στις «καλύτερες οικογένειες» του εμπορικού κόσμου.

«Κόβεται ό,τι περισσεύει», ανέφερε χαρακτηριστικά γενικός διευθυντής γνωστής εταιρείας λιανικής, υποστηρίζοντας πως δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να αντιμετωπιστεί η πτώση της ζήτησης, που σε πολλούς κλάδους έφτασε ακόμη και το 60% μέσα στην τελευταία τριετία...



Back2Top


Περισσότερα σχόλια στη σελίδα 4 - 5
στο τεύχος που κυκλοφορεί

Copyright © 2002-2017, Media2day Εκδοτική Α.Ε. :: Ταυτότητα :: Επικοινωνία :: Οροι Χρήσης :: www.euro2day.gr